διάπηγμα

διάπηγμα
το (Α διάπηγμα) [διαπηγνύω]
1. στοιχείο σύνδεσης δύο τμημάτων για την ενίσχυση τής αντοχής τους ή τη διατήρηση σταθερής απόστασης μεταξύ τους (π.χ. τα σασί τών οχημάτων)
2. κομμάτι ξύλου ή μετάλλου που συνδέει σταυρωτά άλλα κομμάτια (αμφιδέτης, τραβέρσα)
3. ζεύγος ξύλων για τη σύνδεση τού θωρακίου, τρέσες
4. μεταλλικοί ράβδοι για ενίσχυση τών ατμολεβήτων (τιράντες)
αρχ.
1. εγκάρσιο ξύλο ή δοκάρι
2. χώρισμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • διάπηγμα — cross bar neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπηγμάτων — διάπηγμα cross bar neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήγμασι — διάπηγμα cross bar neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήγμασιν — διάπηγμα cross bar neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήγματα — διάπηγμα cross bar neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήγματι — διάπηγμα cross bar neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήγματος — διάπηγμα cross bar neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάπηξ — ( ηγος), ο βλ. διάπηγμα …   Dictionary of Greek

  • ενδέτης — ο διάπηγμα (τραβέρσα) με το οποίο στηρίζονται εσωτερικά τα τοιχώματα δεξαμενής ή μεγάλου δοχείου ή λέβητα …   Dictionary of Greek

  • τρέσα — η, Ν 1. ταινιωτό πλέγμα, είδος ταινίας που χρησιμοποιείται για διακόσμηση 2. ναυτ. (στα μεγάλα ιστιοφόρα) το διάπηγμα τών θωρακίων, κν. τραβέρσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. tresse] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”